| |
ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ της ταράτσας ήταν το πιο βρομερό σημείο σε όλο το κτίριο. Όταν άρχισε η κρίση το 1990, έχασε τη δουλειά της ως καθαρίστρια. Τότε έκανε αυτό που έκανε πολύς κόσμος: Βρήκε κοτόπουλα, ένα γουρούνι και μερικά περιστέρια. Έφτιαξε κλουβιά με σάπιες σανίδες, κομμάτια από τσίγκο, σιδερόβεργες και καλώδια. Κάποια τα έτρωγαν και άλλα τα πουλούσαν. Επιβίωνε μέσα στα σκατά και στη βρόμα των ζώων. Μερικές φορές δεν ερχόταν νερό στο κτίριο για μέρες. Τότε φώναζε στα αγόρια, τα ξυπνούσε από τα χαράματα και, με σφαλιάρες και σπρωξιές, τα ανάγκαζε να κατέβουν τους τέσσερις ορόφους και να ανεβάσουν από τις σκάλες κάμποσους κουβάδες από ένα πηγάδι που, απίστευτο κι όμως αληθινό, βρισκόταν στη γωνία, σκεπασμένο με ένα καπάκι ίδιο μ’ αυτά των υπονόμων.
Τα παιδιά ήταν τότε έντεκα και εννέα χρονών. Ο Ρεϊνάλδο, ο μικρότερος, ήταν ήρεμος και σιωπηλός. Ο Νέλσον, πιο ενθουσιώδης, μια ζωή επαναστατούσε και μερικές φορές τής φώναζε οργισμένα:
«Μην μου φωνάζεις πια, γαμώτη μου! Τι θες;».
Ήταν κουτσή απ’ το δεξί της πόδι και λίγο καθυστερημένη ή χαζή. Δεν πήγαινε καλά το μυαλό της. Από μικρή. Ίσως από γεννησιμιού της. Η μάνα της έμενε κι εκείνη μαζί τους. Θα ’ταν καμιά εκατοστή χρονών ή και παραπάνω, κανείς δεν ήξερε. Όλοι μαζί σ’ ένα διαλυμένο δωμάτιο τρία επί τέσσερα, συν ένα κομμάτι της ταράτσας, ξεσκέπαστο. Η γριά είχε χρόνια να πλυθεί. Πολύ αδύνατη από την τόση πείνα. Μια ατέλειωτη ζωή μόνιμης πείνας και εξαθλίωσης. Ήταν ξερακιανή. Δεν μιλούσε. Έμοιαζε με σιωπηλή μούμια, σκελετωμένη, καλυμμένη με βρόμα. Κουνιόταν λίγο ή καθόλου. Χωρίς ποτέ να μιλάει. Μόνο κοιτούσε τη μισοβλαμμένη κόρη της και τα δυο της εγγόνια να χτυπούν το ένα το άλλο στο κεφάλι και να βρίζονται μέσα στο σαματά από τις κότες που κακάριζαν και τα σκυλιά που γάβγιζαν. «Αυτοί είναι τρελοί» έλεγαν οι γείτονες. Και κανείς δεν επενέβαινε σ’ εκείνους τους ατέλειωτους καβγάδες.
Πότε πότε άναβε ένα τσιγάρο και ακουμπούσε στο κάγκελο της ταράτσας για να χαζέψει τον κόσμο στο δρόμο και να σκεφτεί τον Ανταλμπέρτο. Στα νιάτα της είχε δεκάδες άντρες. Της άρεσε να τους προκαλεί. Κάθε ηλικίας. Ορισμένοι της έλεγαν «Να σου πω, χαζούλα, έλα δω να μου πάρεις μια πίπα. Θα σου δώσω δυο πέσος αν μου τον γλείψεις», κι αυτή πήγαινε να ρουφήξει. Ορισμένοι της έδιναν λεφτά. Άλλοι όχι. Την έχυναν και της έλεγαν «Περίμενέ με εδώ, μην φύγεις, επιστρέφω αμέσως», και μην τους είδατε. Με τον Ανταλμπέρτο ήταν αλλιώς. Τα παιδιά είναι δικά του, αλλά ο μαλάκας δεν θέλησε ποτέ να μείνει μαζί τους στην ταράτσα, κι όταν την είδε έγκυο για δεύτερη φορά εξαφανίστηκε για πάντα. Τώρα είναι πια σιτεμένη, βλαμμένη, βρομάει και ζέχνει, κουτσαίνει απ’ το ένα πόδι και πεθαίνει της πείνας. Τα ’βαζε κάτω και κατέληγε στο συμπέρασμα: Ποιος διάολο να με πλησιάσει; Αφού το μόνο που έχω όρεξη να κάνω είναι να πεθάνω. Αυτά σκεφτόταν και τα ’βαζε με τον εαυτό της. Πετούσε το τσιγάρο στο δρόμο και, απελπισμένη, ούρλιαζε στα παιδιά:
«Ρέι, Νέλσον, κατεβείτε να φέρετε νερόοο! Γαμώτη μου, κατεβείτε για νερόοο!».
Τα παιδιά υπάκουαν. Έσφιγγαν τα δόντια, αλλά υπάκουαν. Τουλάχιστον δεν τα έκλεινε πια σε ένα μικρό και σκοτεινό ντουλάπι για μέρες. Από πολύ μικρά μέχρι τα εφτά τους, τα έβαζε σ’ εκείνο το μέρος το γεμάτο υγρασία, σωλήνες και κατσαρίδες. Χωρίς λόγο. Μόνο και μόνο για να μην τα βλέπει. Τα παιδιά κατατρόμαζαν γιατί, όταν άρχιζε ο εγκλεισμός, μπορεί να περνούσαν μία, δύο ή και τρεις μέρες χωρίς να φάνε, γλείφοντας την υγρασία από τους σωλήνες. Άλλες φορές τα βουτούσε ξαφνικά σε μια δεξαμενή με νερό, ουρλιάζοντάς τους να βγάλουν το σκασμό και να κόψουν τις βλακείες. Από την τρομάρα τους τα παιδιά το βούλωναν. Μερικές φορές τα βύθιζε στο νερό και δεν τα έβγαζε μέχρι που –μισοπνιγμένα– άρχιζαν να κλοτσάνε απελπισμένα. Τώρα, μεγαλύτερα και πιο δυνατά, εξεγείρονταν και απέφευγαν αυτές τις τιμωρίες. Έκαναν ό,τι γούσταραν, αν και καμιά φορά πήγαιναν και στο σχολείο, στη γωνία της Σαν Λάσαρο και της Μπελασκοαΐν. Πιο πολύ για να ξεφύγουν απ’ αυτήν παρά για να μάθουν. Οι δάσκαλοι δίδασκαν λίγα πράγματα, επειδή οι μαθητές τούς είχαν γραμμένους. Τα δεκατριάχρονα κοριτσάκια έκαναν ήδη πιάτσα ως χινετέρας1 για τους τουρίστες στη Μαλεκόν. Τα αγόρια ήταν χωμένα στη μαριχουάνα και σε διάφορες δουλειές του ποδαριού για να βγάλουν το καθημερινό χαρτζιλίκι. Πατεράδες και μανάδες έλαμπαν διά της απουσίας τους. Κανέναν δεν ενδιέφερε να μάθει μαθηματικά ή περίπλοκα και άχρηστα πράγματα. Και οι δάσκαλοι δεν άντεχαν άλλο εκείνα τα αγρίμια. Τέλος πάντων, ο Νέλσον και ο Ρέι πήγαιναν τρεις ή τέσσερις μέρες στο σχολείο, και την υπόλοιπη βδομάδα περνούσαν την ώρα τους στην ταράτσα με τα περιστέρια και τους σκύλους. Είχαν πέντε σκύλους που τους είχαν μαζέψει από το δρόμο.
Πολλές φορές το μοναδικό γεύμα της ημέρας ήταν ένα κομμάτι ψωμί και μια κανάτα ζαχαρόνερο, αλλά παρ’ όλα αυτά μεγάλωσαν. Ανακάλυψαν ότι ξένα περιστέρια πήγαιναν κι άραζαν στην ταράτσα τους, και δεν ήταν δύσκολο να τα κυνηγήσουν. Σκάρωσαν λοιπόν μια παγίδα: Ένα όμορφο περιστέρι, αρσενικό και ελκυστικό, πετούσε πάνω απ’ όλα τα κτίρια. Όλο και κάποια ανυποψίαστη περιστέρα έσκαγε μύτη, θαυμάζοντας το γόη. Κι αυτό ήταν. Πετούσε στο κατόπι του, κι εκείνος την οδηγούσε στο κλουβί του για να της κάνει ξέφρενο έρωτα. Και τότε κρακ. Ο Ρέι και ο Νέλσον έκλειναν την πόρτα του κλουβιού. Στην αγορά της οδού Κουάτρο Καμίνος πλήρωναν σαράντα ή πενήντα πέσος για κάθε περιστέρι. Μέχρι και εκατό πέσος αν ήταν λευκό. Με την κρίση και την πείνα και την τρέλα της φυγής από τη χώρα, όλοι έκαναν δουλειές με τη σαντερία2 και τα περιστέρια, οι κατσίκες και οι πετεινοί πουλιόντουσαν σε καλή τιμή. Όπως και οι μαύρες κότες, που είναι πολύ καλές για εξαγνισμούς και για να διώχνουν το κακό. Όταν τα παιδιά πουλούσαν κανένα περιστέρι, η κατάσταση βελτιωνόταν: Έτρωγαν καμιά πίτσα και έναν φυσικό χυμό. Πήγαιναν πίτσα στη μάνα και τη γιαγιά τους.
Παρ’ όλα αυτά εκείνη συνέχιζε πάντα να τους φωνάζει σαν τρελή. Ούρλιαζε, τους εξευτέλιζε. Είχε πια αρχίσει η τριχοφυΐα τους στη λεκάνη και τον κώλο, ο πούτσος τους είχε πάρει να μεγαλώνει και να χοντραίνει, είχαν τρίχες στις μασχάλες και την έντονη αντρική μυρωδιά του ιδρώτα, και η φωνή τους είχε γίνει πιο βαθιά και βραχνή. Μαλακιζόντουσαν κρυμμένοι ανάμεσα στα κλουβιά των κοτόπουλων, κοιτάζοντας τη γειτονοπούλα της διπλανής ταράτσας. Στην πραγματικότητα ήταν η ίδια ταράτσα του κτιρίου, αλλά πριν από χρόνια κάποιος την είχε χωρίσει στη μέση με ένα χαμηλό τοιχίο λιγότερο από ένα μέτρο. Αυτό ήταν το σύνορο με τους γείτονες – μια χοντρή βυζαρού γριά με μια κόρη γύρω στα είκοσι και πολλά παιδιά ακόμα που ζούσαν εκεί και ποτέ δεν θυμούνταν ότι αυτή ήταν η μάνα τους. Η κοπελίτσα ήταν μπουκιά και συχώριο – αδύνατη μουλάτα, όμορφη, χινετέρα. Έβγαινε μόνο τα βράδια, κομψή και προκλητική, και επέστρεφε ξημερώματα. Την ημέρα έκοβε βόλτες στο δικό της κομμάτι της ταράτσας με ένα εφαρμοστό σορτσάκι κι ένα μικροσκοπικό μπλουζάκι χωρίς σουτιέν, με τις ρώγες της να διαγράφονται ξεκάθαρα. Αααχ. Σκέτος πειρασμός. Ο Ρεϊνάλδο ήταν πια δεκατριών και ο Νέλσον δεκατεσσάρων. Είχαν παρατήσει το σχολείο από καιρό. Τους στοίχιζε να μένουν συνέχεια στην έβδομη τάξη. Την επανέλαβαν τρεις φορές, μέχρι που το ’κοψαν τελείως.
Θεωρούσαν τους εαυτούς τους άντρες. Συνέχιζαν με τα περιστέρια. Κάθε μέρα γίνονταν καλύτεροι στο να κλέβουν περιστέρια και πουλούσαν κάνα δυο καθημερινά. Ήταν καλή δουλίτσα. Ήταν άντρες και ήδη συντηρούσαν τους πάντες στο σπίτι τους. Αλλά η μάνα συνέχιζε να είναι το ίδιο χαζή. Τη μισούσαν για εκείνα τα ξεσπάσματα και τις φωνές μπροστά σε όλο τον κόσμο. Ένιωθαν ταπεινωμένοι και της απαντούσαν:
«Μην είσαι βλαμμένη! Βούλωσέ το, γαμώτο, βούλωσ’ το!».
Η ταράτσα ήταν κάθε μέρα και πιο σιχαμερή, βρομούσε ολοένα και περισσότερο από τα σκατά των ζώων. Η γιαγιά σχεδόν δεν έπαιρνε τα πόδια της. Καθόταν πάνω σ’ ένα μισοσάπιο καφάσι ή σε όποια γωνιά έβρισκε. Κι έμενε με τις ώρες στον ήλιο. Έπρεπε να τη βάλουν στο δωμάτιο και να την ξαπλώσουν. Κυκλοφορούσε σαν νεκροζώντανη. Επίσης έπρεπε να έχουν το νου τους στη μάνα τους, γιατί μέρα με την ημέρα το έχανε περισσότερο. Δεν κατάφερνε πια ούτε τις σκάλες να κατέβει. Την έσπρωχναν και της φώναζαν για να το βουλώσει, αλλά εκείνη τσίριζε ακόμα περισσότερο, βούταγε ένα μαδέρι και τους άρχιζε στις ξυλιές, στην ψύχρα, προσπαθώντας να υπερασπιστεί την επικράτειά της. Εκείνοι της έπαιρναν το ξύλο και τη συνέφερναν με μερικά χαστούκια. Έβαζε τα κλάματα από οργή, ούρλιαζε, έκλαιγε με λυγμούς, άναβε ένα τσιγάρο κι έμενε σιωπηλή και ήρεμη, καπνίζοντας, ακουμπισμένη στα κάγκελα της ταράτσας, χαζεύοντας τα αυτοκίνητα, τα ποδήλατα και τον κόσμο που περνούσε από τη Σαν Λάσαρο. Ούτε που θυμόταν πια τον Ανταλμπέρτο.
Ένα πρωί, κατά τις έντεκα, κάπνιζε χαζεύοντας το δρόμο. Ο Νέλσον τής είχε δώσει ένα δυνατό χαστούκι στο στόμα και το πάνω χείλι της ήταν πρησμένο και σκισμένο εσωτερικά. Περνούσε τη γλώσσα της και ένιωθε τη μεταλλική γεύση του αίματος. Ήταν έξαλλη. Πέταξε τη γόπα της στο δρόμο, έριξε μια ματωμένη ροχάλα με την πρόθεση να πέσει στο κεφάλι κάποιου περαστικού, κι έκανε μεταβολή για να μπει στο δωμάτιο. Ο ήλιος παραήταν δυνατός και είχε πονοκέφαλο. Τα αγόρια, κρυμμένα πίσω από το κοτέτσι, κοιτούσαν την πουτανίτσα τη γειτόνισσα. Είχαν και οι δύο τα μάτια μισόκλειστα, σαν υπνωτισμένοι, και τον έπαιζαν ρυθμικά. Η μουλάτα ήταν μισόγυμνη και άπλωνε μια πετσέτα και ένα μικροσκοπικό δαντελωτό εσώρουχο. Της άρεσε που τα αγόρια την έβλεπαν και τραβούσαν μαλακία. Η πετσέτα έσταζε, κι εκείνη την έστυβε και βρεχόταν για να δροσιστεί κάτω απ’ τον ήλιο. Στην πραγματικότητα θα της άρεσε να τους έβλεπε ολόρθους, τρελαμένους, μπροστά της, να τον παίζουν, αλλά ήταν πολύ μικροί ακόμα για να ξεθαρρέψουν τόσο. Μόλις μεγάλωναν λίγο, θα ήταν ωραιότατοι «πυροβολητές» και θα την έστηναν στις στοές της Μαλεκόν, επιδεικνύοντας τον πούτσο τους σε όλες όσες θα ήθελαν να τον δουν. Προς το παρόν το έκαναν κρυφά.
Όταν εκείνη είδε αυτό το θέαμα, τα πήρε ακόμα περισσότερο. Θόλωσε από την οργή της:
«Συνεχίστε τις μαλακίες! Συνεχίστε τις μαλακίες! Καθοίκια, θα πεθάνετε, βγείτε αποκεί! Και οι δύο! Βγείτε αποκεί!».
Έπιασε ένα μαδέρι για να τους χτυπήσει, αλλά ξαφνικά στράφηκε προς την προκλητική γειτόνισσα:
«Κι εσύ, σκατοπουτάνα, επίτηδες το κάνεις. Θες να τους ξεκάνεις επειδή είσαι πουτάνα. Μην τους προκαλείς άλλο, θα μου τους πεθάνεις. Νηστικοί και να τραβάνε μαλακία όλη μέρα! Θα τους σκοτώσεις, βρομοθήλυκο! Θα τους σκοτώσεις!».
«Άκου να σου πω, βλαμμένη, άσε με ήσυχη, σπίτι μου είμαι, ό,τι θέλω κάνω».
«Είσαι μια πουτάνα, αυτό είσαι!»
«Ναι, αλλά με το δικό μου το μουνί. Και ζω είκοσι φορές καλύτερα από σένα, που είσαι βλαμμένη και σιχαμένη. Γουρούνα!»
Τα σκυλιά αρχίζουν να γαβγίζουν, και οι κότες αρχίζουν κι αυτές να ταράζονται. Μέσα σ’ όλη αυτήν τη φασαρία και την τρέλα, εκείνη προσπαθεί να πηδήξει το μικρό τοιχίο που χωρίζει τις δύο ταράτσες, με το μαδέρι στο χέρι, απειλώντας να χτυπήσει τη γειτονοπούλα, αλλά ο Νέλσον έχει ήδη πέσει πάνω της και της παίρνει το μαδέρι. Εξαγριωμένη, προσπαθεί παρ’ όλα αυτά να περάσει στη διπλανή ταράτσα, ουρλιάζοντας:
«Μια πουτάνα είσαι, αυτό είσαι! Κι εσύ ένας μαλάκας, ένας ψωλοπαίχτης! Πάρε τα χέρια σου αποπάνω μου. Άσε με, σκατομαλάκα».
«Μην με προσβάλλεις άλλο, γαμώτο, μην με προσβάλλεις άλλο!»
Ο Νέλσον είναι εκτός εαυτού, έξω φρενών. Είναι ένας άντρας δεκατεσσάρων χρονών και τον πονάει αυτή η ταπείνωση. Κι αποπάνω τα κοροϊδευτικά γελάκια της γειτονοπούλας, που τώρα προκαλεί ακόμα περισσότερο:
«Άντε, καημένε ψωλοπαίχτη μου. Θα τρελαθείς με τόση μαλακία! Βρες μια γυναίκα να ξεθυμάνεις».
Και κάνει στροφή και μπαίνει στο σπίτι της, χαλαρή και κουνώντας τον κώλο της δεξιά αριστερά. Μέσα σε όλο το σαματά, η κοροϊδία της πουτανίτσας τον πληγώνει ακόμα περισσότερο. Δίνει μια δυνατή σπρωξιά στη μάνα του και την πετάει με την πλάτη πάνω στο κοτέτσι. Ένα κομμάτι από μια σιδερόβεργα που εξέχει σε μια γωνιά του κλουβιού τής καρφώνεται από το σβέρκο ως τον εγκέφαλο. Η γυναίκα δεν βγάζει ούτε μια κραυγή. Ανοίγει με τρόμο τα μάτια της, φέρνει τα χέρια της στο σημείο όπου χώθηκε το σίδερο. Και πεθαίνει τρομοκρατημένη. Σε δευτερόλεπτα δημιουργείται μια λίμνη από πηχτό αίμα και από άλλα υγρά που τρέχουν. Πεθαίνει με τα μάτια ανοιχτά, με τη φρίκη στο πρόσωπό της. Ο Νέλσον το βλέπει και μεμιάς το μίσος που νιώθει για τη μάνα του εξαφανίζεται. Τον κυριεύει ο πόνος και ο πανικός:
«Αχ, μανούλα μου! Τι έκανα, πώς έγινε αυτό;».
Αρπάζει τη μάνα του προσπαθώντας να τη σηκώσει, αλλά δεν μπορεί. Το σβέρκο της είναι καρφωμένο στη σιδερόβεργα.
«Εγώ τη σκότωσα, εγώ τη σκότωσα!»
Ουρλιάζοντας σαν τρελός, τρέχει μέχρι τα κάγκελα της ταράτσας και ρίχνεται στο δρόμο. Δεν νιώθει το κρανίο του να συνθλίβεται στην άσφαλτο τέσσερις ορόφους κάτω. Πέθανε σαν τη μάνα του, με μια απελπισμένη έκφραση έντασης και τρόμου.
Η γιαγιάκα τα είδε όλα αυτά χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της, καθισμένη πάνω σ’ ένα σάπιο ξύλινο κασόνι. Χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση, έκλεισε τα μάτια της. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο. Ήταν ήδη υπεραρκετό. Και η καρδιά της σταμάτησε. Έπεσε προς τα πίσω κι έμεινε ακουμπισμένη στον τοίχο, απαθής σαν μούμια.
©Pedro Juan Gutiérrez
Μετ'επιστροφής Ο βασιλιάς της Αβάνας |